Στις 25 Φεβρουαρίου, ισραηλινά μαχητικά αεροσκάφη πραγματοποίησαν αεροπορικές επιδρομές σε στρατιωτικούς στόχους στη νότια Συρία, συγκεκριμένα στην πόλη Κισουά, νότια της Δαμασκού, και στην επαρχία Ντεράα. Αυτές οι επιθέσεις σημειώθηκαν λίγες ώρες αφότου ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, απαίτησε την πλήρη αποστρατιωτικοποίηση της νότιας Συρίας.
Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας, Ισραέλ Κατζ, επιβεβαίωσε τις επιθέσεις, δηλώνοντας ότι το Ισραήλ δεν θα επιτρέψει στις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις ή σε τρομοκρατικές οργανώσεις να εδραιωθούν στη ζώνη ασφαλείας στη νότια Συρία. Αυτές οι ενέργειες εντάσσονται σε μια νέα πολιτική που στοχεύει στην αποστρατιωτικοποίηση της περιοχής, την οποία το Ισραήλ θεωρεί απειλή για την ασφάλεια των πολιτών του.
Μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ από την ισλαμιστική οργάνωση Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ (HTS) τον Δεκέμβριο του 2024, οι ισραηλινές δυνάμεις κατέλαβαν τη ζώνη ουδετεροποίησης που επιτηρείται από τα Ηνωμένα Έθνη μεταξύ Ισραήλ και Συρίας. Παρά τις διαμαρτυρίες της νέας συριακής κυβέρνησης και του ΟΗΕ, οι ισραηλινές δυνάμεις παραμένουν στην περιοχή, επιδιώκοντας να αποτρέψουν την παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να απειλήσουν την ασφάλεια του Ισραήλ.
Η νέα συριακή κυβέρνηση, υπό την ηγεσία του Αχμέντ αλ-Σαράα, καταδίκασε τις ισραηλινές επιθέσεις, χαρακτηρίζοντάς τες ως παραβίαση της κυριαρχίας της χώρας, και ζήτησε την άμεση αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από το συριακό έδαφος. Ωστόσο, η κυβέρνηση του αλ-Σαράα, που προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τη χώρα μετά από 14 χρόνια εμφυλίου πολέμου, διαθέτει περιορισμένες δυνατότητες για να αντιμετωπίσει τις ισραηλινές δυνάμεις.
Η κατάσταση στη νότια Συρία παραμένει τεταμένη, με το Ισραήλ να επιδιώκει την αποστρατιωτικοποίηση της περιοχής και τη νέα συριακή κυβέρνηση να προσπαθεί να εδραιώσει την κυριαρχία της, αποφεύγοντας παράλληλα μια άμεση σύγκρουση με το Ισραήλ.