Τρεις διακεκριμένοι καθηγητές του Πανεπιστημίου Yale—ο φιλόσοφος Τζέισον Στάνλεϊ, ο ιστορικός Τίμοθι Σνάιντερ και η ιστορικός Μάρσι Σορ—αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους στις Ηνωμένες Πολιτείες και να ενταχθούν στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, επικαλούμενοι ανησυχίες για το πολιτικό κλίμα υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ και τις επιπτώσεις του στην ακαδημαϊκή ελευθερία.
Ο Τζέισον Στάνλεϊ, γνωστός για το έργο του σχετικά με τον φασισμό, ανέφερε ότι η απόφασή του επηρεάστηκε από τις πρόσφατες επιθέσεις της κυβέρνησης Τραμπ σε πανεπιστήμια και φοιτητικές διαμαρτυρίες. Ιδιαίτερα, η αντίδραση του Πανεπιστημίου Κολούμπια στις πιέσεις της κυβέρνησης, που περιλάμβανε την αποδοχή αλλαγών στις πολιτικές διαμαρτυρίας και την επιβολή εξωτερικής εποπτείας σε ακαδημαϊκά προγράμματα, αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την απόφασή του. Ο Στάνλεϊ εξέφρασε την ανησυχία ότι η έλλειψη ισχυρής αντίστασης από άλλα πανεπιστήμια υπονομεύει την ακαδημαϊκή ανεξαρτησία.
Ο Τίμοθι Σνάιντερ και η Μάρσι Σορ, οι οποίοι είναι σύζυγοι, αποφάσισαν να μετακινηθούν μετά τις προεδρικές εκλογές του 2024. Η Σορ ανέφερε ότι η πολιτική κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες επηρέασε την απόφασή τους, εκφράζοντας φόβους για πιθανή κλιμάκωση σε εμφύλιο πόλεμο. Παρόλο που το Πανεπιστήμιο του Τορόντο και το Munk School ήταν από μόνα τους ελκυστικά, η “αμερικανική καταστροφή” έπαιξε ρόλο στην τελική τους απόφαση.
Η αποχώρηση αυτών των τριών καθηγητών αποτελεί σημαντική απώλεια για το Πανεπιστήμιο Yale, ιδιαίτερα στους τομείς της φιλοσοφίας και της ευρωπαϊκής ιστορίας. Η απόφασή τους υπογραμμίζει τις αυξανόμενες ανησυχίες για την ακαδημαϊκή ελευθερία και την πολιτική κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει το πολιτικό κλίμα στην ελευθερία της έκφρασης και την ανεξαρτησία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.