Τον Νοέμβριο του 2024, η κατάρρευση της οροφής του σιδηροδρομικού σταθμού στη Νόβι Σαντ, που προκάλεσε τον θάνατο 15 ανθρώπων, αποτέλεσε την αφορμή για μια σειρά διαμαρτυριών στη Σερβία. Οι πολίτες, κυρίως φοιτητές, κατέβηκαν στους δρόμους καταγγέλλοντας την κυβερνητική διαφθορά και την κακή διαχείριση που οδήγησε στην τραγωδία. Αυτές οι διαμαρτυρίες εξελίχθηκαν στις μεγαλύτερες που έχει γνωρίσει η χώρα από την πτώση του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς το 2000.
Στις 15 Μαρτίου, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Βελιγράδι σε μια μαζική αντι-κυβερνητική διαδήλωση. Η εκδήλωση, με τίτλο “15 για τους 15”, τιμούσε τα 15 θύματα της κατάρρευσης και απαιτούσε δικαιοσύνη και λογοδοσία. Οι διαδηλωτές, με επικεφαλής φοιτητές και υποστηριζόμενοι από διάφορες κοινωνικές ομάδες, εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για την έλλειψη διαφάνειας και την κυβερνητική διαφθορά.
Κατά τη διάρκεια αυτών των διαδηλώσεων, προέκυψαν καταγγελίες ότι οι σερβικές αρχές χρησιμοποίησαν ηχητικά όπλα για τη διάλυση των διαδηλωτών. Βίντεο δείχνουν την αστυνομία να χρησιμοποιεί συσκευές που εκπέμπουν ήχους υψηλής έντασης, προκαλώντας πανικό και σύγχυση στο πλήθος. Πολλοί διαδηλωτές ανέφεραν συμπτώματα όπως πονοκεφάλους, ναυτία και αποπροσανατολισμό, που συνδέονται με την έκθεση σε ηχητικά όπλα. Αν και οι σερβικές αρχές αρνήθηκαν τη χρήση τέτοιων όπλων, οι καταγγελίες αυτές έχουν προκαλέσει ανησυχία και απαιτήσεις για ανεξάρτητη έρευνα.
Η πολιτική ένταση κλιμακώθηκε περαιτέρω όταν μέλη της αντιπολίτευσης έριξαν καπνογόνα στο κοινοβούλιο, διαμαρτυρόμενα για την κυβερνητική διαφθορά. Αυτό το περιστατικό οδήγησε σε τραυματισμούς, συμπεριλαμβανομένης μιας σοβαρής περίπτωσης εγκεφαλικού επεισοδίου μιας βουλευτού του κυβερνώντος κόμματος. Παρά τις πιέσεις, ο πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς αρνείται τις κατηγορίες διαφθοράς και αποδίδει τις διαμαρτυρίες σε ξένη παρέμβαση, ενώ διατηρεί στενές σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα.
Η κατάσταση στη Σερβία παραμένει τεταμένη, με τους πολίτες να συνεχίζουν να απαιτούν διαφάνεια, δικαιοσύνη και λογοδοσία από την κυβέρνησή τους. Οι επόμενες εβδομάδες θα είναι κρίσιμες για το μέλλον της χώρας, καθώς η κυβέρνηση αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση τόσο από το εσωτερικό όσο και από τη διεθνή κοινότητα.