Στις 28 Μαρτίου, ένας ισχυρός σεισμός μεγέθους 7,7 βαθμών έπληξε τη Μιανμάρ, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές και επιδεινώνοντας την ήδη τεταμένη κατάσταση λόγω του συνεχιζόμενου εμφυλίου πολέμου. Ο σεισμός είχε επίκεντρο κοντά στο Μανταλέι, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, και έγινε αισθητός σε γειτονικές χώρες, όπως η Ταϊλάνδη. Σύμφωνα με τις τελευταίες αναφορές, ο αριθμός των νεκρών ξεπερνά τους 1.700, με περισσότερους από 3.400 τραυματίες και περίπου 300 αγνοούμενους.
Η καταστροφή έχει αφήσει πολλές πόλεις χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, νερό και τρόφιμα, ενώ οι τοπικές αρχές αγωνίζονται να διαχειριστούν τον μεγάλο αριθμό θυμάτων. Οι προσπάθειες διάσωσης παρεμποδίζονται από κατεστραμμένες υποδομές, όπως δρόμους και γέφυρες, καθώς και από τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αντιστασιακών δυνάμεων. Πολλοί κάτοικοι και εθελοντές αναγκάζονται να αναζητήσουν επιζώντες με γυμνά χέρια, λόγω έλλειψης κατάλληλου εξοπλισμού.
Παρά την καταστροφή, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται σε διάφορες περιοχές της χώρας. Το Εθνικό Ενιαίο Κράτος (NUG), η αντιπολιτευόμενη κυβέρνηση που αποτελείται από πολιτικούς και ακτιβιστές υπέρ της δημοκρατίας, κήρυξε μονομερή κατάπαυση του πυρός διάρκειας δύο εβδομάδων στις πληγείσες περιοχές, προκειμένου να διευκολυνθεί η παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας. Ωστόσο, η στρατιωτική χούντα δεν έχει ανταποκριθεί σε αυτήν την πρωτοβουλία και συνεχίζει τις επιθέσεις σε περιοχές που ελέγχονται από την αντιπολίτευση, δυσχεραίνοντας τις προσπάθειες διάσωσης και παροχής βοήθειας.
Η διεθνής κοινότητα έχει αρχίσει να αποστέλλει βοήθεια στη Μιανμάρ. Χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα έχουν στείλει ομάδες διάσωσης, ιατρικό προσωπικό και προμήθειες. Ωστόσο, οι περιορισμοί στις υποδομές και οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις καθιστούν δύσκολη την πρόσβαση στις πληγείσες περιοχές. Υπάρχουν επίσης ανησυχίες ότι η στρατιωτική χούντα μπορεί να εμποδίσει την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, όπως έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν για παρεμπόδιση της πρόσβασης σε περιοχές που ελέγχονται από την αντιπολίτευση.
Η κατάσταση στη Μιανμάρ παραμένει κρίσιμη, με τις ανάγκες των πληγέντων να είναι επείγουσες. Η διεθνής κοινότητα καλείται να εντείνει τις προσπάθειές της για την παροχή βοήθειας και την άσκηση πίεσης προς όλες τις πλευρές για την επίτευξη μιας βιώσιμης εκεχειρίας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανθρωπιστικές ανάγκες και να ξεκινήσει η διαδικασία ανοικοδόμησης της χώρας.