Η 25η Μαρτίου αποτελεί μια από τις πλέον εμβληματικές και ιστορικά φορτισμένες ημερομηνίες του ελληνικού ημερολογίου. Δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη εθνική επέτειο, αλλά για την ημέρα που συνοψίζει τον αγώνα ενός ολόκληρου λαού για ελευθερία, ανεξαρτησία, αξιοπρέπεια και αυτοδιάθεση. Είναι μια ημερομηνία-ορόσημο, που έρχεται κάθε χρόνο να ενώνει το παρελθόν με το παρόν και να θυμίζει πως τίποτα πολύτιμο δεν αποκτάται χωρίς αγώνες και θυσίες.
Η ιδιαιτερότητά της έγκειται στο ότι συνδυάζει δύο μεγάλες πνευματικές κορυφώσεις: την Εθνική Παλιγγενεσία του 1821 και τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Από τη μία, ο ελληνικός λαός ξεσηκώνεται ενάντια σε τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς υπό τον οθωμανικό ζυγό, και από την άλλη, οι χριστιανοί γιορτάζουν το χαρμόσυνο άγγελμα της ενανθρώπισης του Θεού. Έτσι, η ημέρα αυτή αποκτά έναν βαθύ συμβολισμό ανάστασης και αναγέννησης, τόσο του ανθρώπου, όσο και του έθνους.
Η Επανάσταση του 1821 δεν ήταν ένα αυθόρμητο ξέσπασμα. Ήταν το αποτέλεσμα συστηματικής προετοιμασίας, ωρίμανσης των εθνικών συνειδήσεων και βαθιάς πίστης σε ένα όραμα: την ανασύσταση ενός ελεύθερου ελληνικού κράτους. Ήταν η απάντηση ενός καταπιεσμένου λαού απέναντι στην τυραννία, η φωνή των προγόνων που δεν λύγισαν, των πατέρων που ονειρεύτηκαν ελευθερία για τα παιδιά τους και των ηρώων που προτίμησαν τον θάνατο από την υποταγή.
Είναι η ευκαιρία να αναστοχαστούμε και να τιμήσουμε με ουσία τους ανθρώπους που μας χάρισαν το πολυτιμότερο αγαθό: την ελευθερία.
Η ημέρα αυτή είναι ένα κάλεσμα για εθνική ενότητα, συλλογική μνήμη και πνευματική ανάταση. Είναι η στιγμή που πρέπει να στρέφουμε το βλέμμα προς τα πίσω – για να αντλούμε έμπνευση από τις θυσίες και τα ιδανικά του παρελθόντος – αλλά και να κοιτάζουμε μπροστά, με αίσθημα ευθύνης, ελπίδας και πίστης στην Ελλάδα του μέλλοντος.
Σε μια εποχή αβεβαιότητας, ρευστών αξιών και πολιτισμικών προκλήσεων, η επέτειος αυτή μάς υπενθυμίζει ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και τι έχουμε καθήκον να διαφυλάξουμε. Δεν είναι απλώς μια ευκαιρία για παρελάσεις και τυπικούς εορτασμούς. Είναι η ευκαιρία να αναστοχαστούμε και να τιμήσουμε με ουσία τους ανθρώπους που μας χάρισαν το πολυτιμότερο αγαθό: την ελευθερία.
Ιστορική αναδρομή: Ο δρόμος προς την Επανάσταση
Η Επανάσταση του 1821 δεν ξεπήδησε από το κενό. Ήταν το αποτέλεσμα πολιτικών, κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτισμικών ζυμώσεων αιώνων, σε συνδυασμό με την πίεση και την προσδοκία ενός λαού που δεν είχε πάψει ποτέ να ελπίζει. Οι Έλληνες, παρά την υποδούλωση στους Οθωμανούς για σχεδόν τέσσερις αιώνες, διατήρησαν ισχυρό το αίσθημα της εθνικής ταυτότητας, που στηρίχθηκε στη θρησκεία, τη γλώσσα, τις παραδόσεις και την ιστορική μνήμη του αρχαίου και βυζαντινού παρελθόντος.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ολόκληρος σχεδόν ο ελλαδικός χώρος περιήλθε σταδιακά στον έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κυριαρχία αυτή συνοδευόταν από σκληρή φορολογία, πολιτική καταπίεση, θρησκευτικό εξαναγκασμό και κοινωνικές διακρίσεις εις βάρος των χριστιανών. Το παιδομάζωμα (devshirme), η στρατολόγηση αγοριών για το σώμα των γενίτσαρων, αποτέλεσε έναν από τους πιο επώδυνους θεσμούς της τουρκοκρατίας.
Ωστόσο, υπήρχαν και περιοχές όπως το Σούλι, τα βουνά της Ρούμελης, η Μάνη, τα Αγράφα και τα νησιά, όπου η τουρκική παρουσία ήταν αδύναμη ή και ανύπαρκτη. Εκεί, ο πληθυσμός κατάφερνε να διατηρεί μερική αυτονομία και να κρατά άσβεστη τη φλόγα της ελευθερίας. Ταυτόχρονα, η Ορθόδοξη Εκκλησία, παρά τις δυσκολίες, λειτούργησε ως πυλώνας εθνικής συνοχής, στηρίζοντας τη γλώσσα, την παιδεία και την πνευματική ταυτότητα των Ελλήνων. Η έννοια του “Ρωμιού”, δηλαδή του χριστιανού υπηκόου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν άρρηκτα δεμένη με την ελληνικότητα.
Οι σπινθήρες της αλλαγής: Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός
Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, το ελληνικό στοιχείο άρχισε να αποκτά μεγαλύτερη δυναμική, κυρίως χάρη στους Έλληνες εμπόρους και διανοούμενους του εξωτερικού. Σε πόλεις όπως η Βιέννη, η Τεργέστη, η Οδησσός και η Βουδαπέστη, συγκεντρώνονταν πλούσιοι Έλληνες της διασποράς, οι οποίοι ανέπτυξαν εμπορική δράση, ίδρυσαν σχολεία και τυπογραφεία, και προώθησαν τον ελληνικό πολιτισμό.
Την ίδια στιγμή, η επίδραση των ευρωπαϊκών επαναστατικών κινημάτων, όπως η Αμερικανική και η Γαλλική Επανάσταση, μεταλαμπάδευε στις ελληνικές κοινότητες ιδέες περί ελευθερίας, λαϊκής κυριαρχίας, αυτοδιάθεσης και δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, με μορφές όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Ρήγας Φεραίος, ο Ευγένιος Βούλγαρης και ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ, προετοίμασε πνευματικά το έθνος για τον ξεσηκωμό. Ο Ρήγας με τον “Θούριο” του καλούσε σε πανβαλκανικό επαναστατικό ξεσηκωμό κατά των Οθωμανών, ενώ προετοίμαζε σχέδια Συντάγματος και χάρτες της Βαλκανικής που προμήνυαν μια νέα εποχή.
Η Φιλική Εταιρεία: Το οργανωτικό εργαλείο της Επανάστασης
Η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας από τους Νικόλαο Σκουφά, Εμμανουήλ Ξάνθο και Αθανάσιο Τσακάλωφ, σηματοδότησε την ουσιαστική έναρξη της οργανωμένης προετοιμασίας της επανάστασης. Η Εταιρεία λειτούργησε μυστικά, με αυστηρή ιεραρχία και βαθμούς μύησης, και στόχευσε στην προετοιμασία και συντονισμό του εθνικού ξεσηκωμού.
Σε λίγα χρόνια, η Εταιρεία είχε καταφέρει να μυήσει χιλιάδες Έλληνες, κληρικούς, στρατιωτικούς, εμπόρους, προκρίτους και απλούς πολίτες. Η δυναμική της έφτασε μέχρι τον ρωσικό στρατό και την αυλή του Τσάρου.
Το 1820, την ηγεσία της Εταιρείας ανέλαβε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Πόλης και στρατηγός του ρωσικού στρατού. Ο Υψηλάντης ήταν αυτός που τελικά αποφάσισε να ανάψει το φιτίλι.
Η πρώτη επαναστατική πράξη: Μολδοβλαχία 1821
Στις 24 Φεβρουαρίου 1821, ο Υψηλάντης διέβη τον ποταμό Προύθο και εισήλθε στη Μολδοβλαχία, όπου ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης. Εκεί κυκλοφόρησε την περίφημη προκήρυξη «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», καλώντας όλους τους Έλληνες να ξεσηκωθούν ενάντια στους τυράννους.

Η προσπάθεια, αν και εντυπωσιακή, δεν είχε την υποστήριξη του ρωσικού κράτους και καταπνίγηκε γρήγορα από τους Οθωμανούς. Όμως το μήνυμα είχε ήδη σταλεί: ο ξεσηκωμός ήταν πια γεγονός και δεν υπήρχε επιστροφή.
Η φλόγα μεταφέρεται στον ελλαδικό χώρο
Ενώ η επανάσταση στη Μολδοβλαχία έσβηνε, η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου άρχισαν να φλέγονται. Από τις αρχές Μαρτίου 1821, σημειώθηκαν οι πρώτες συγκρούσεις στη Μάνη, στα Καλάβρυτα, στην Καλαμάτα, και σύντομα η εξέγερση εξαπλώθηκε.
Η παράδοση αναφέρει την 25η Μαρτίου 1821 ως την ημέρα που ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης στην Αγία Λαύρα. Αν και ιστορικά η πράξη αυτή δεν τεκμηριώνεται πλήρως, η συμβολική αξία της πράξης και της ημερομηνίας ήταν τεράστια. Συνέδεσε την εθνική αναγέννηση με τη θρησκευτική σωτηρία, ενδυναμώνοντας το ηθικό των επαναστατημένων Ελλήνων.
Η επανάσταση πλέον ήταν γεγονός
Η άνοιξη του 1821 αποτέλεσε το σημείο μηδέν της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Όσα είχαν σχεδιαστεί επί χρόνια από τη Φιλική Εταιρεία, τους διαφωτιστές και τους εθνομάρτυρες, ήρθαν πια στο φως: ο ελληνικός λαός σήκωσε το κεφάλι απέναντι στον κατακτητή και δήλωσε με πράξεις ότι διεκδικεί την ελευθερία του. Η επανάσταση έπαψε να είναι ένα όνειρο ή ένα σχέδιο επί χάρτου – έγινε πλέον μια αλυσίδα από πράξεις αντίστασης σε κάθε γωνιά του ελλαδικού χώρου.
Η εξέγερση δεν ήταν περιορισμένη τοπικά, ούτε στηριζόταν μόνο σε ηρωικές αυθόρμητες κινήσεις. Εξελίχθηκε γρήγορα σε πανελλήνιο ξεσηκωμό. Ξεκίνησε με επιτυχίες σε διάφορες περιοχές, όπως στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα, και διαδόθηκε με ταχύτητα στα νησιά και στη Μακεδονία, στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, παρά τις έντονες αντιστάσεις των Οθωμανών. Παρά την απουσία ενιαίου στρατιωτικού σχεδίου και την ανομοιογένεια των επαναστατικών δυνάμεων, ο κοινός στόχος της απελευθέρωσης λειτούργησε ως ισχυρό συνδετικό στοιχείο.
Η φλόγα του αγώνα φουντώνει παντού
Η Επανάσταση δεν είχε ένα και μοναδικό επίκεντρο. Στην Πελοπόννησο, τα Καλάβρυτα, η Καλαμάτα και η Τριπολιτσά ξεσηκώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα. Στη Στερεά Ελλάδα, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και άλλοι οπλαρχηγοί ύψωσαν τη σημαία της ελευθερίας στα βουνά και στα φαράγγια, εκμεταλλευόμενοι το δύσβατο του εδάφους. Στα νησιά του Αιγαίου, η Ύδρα, οι Σπέτσες, τα Ψαρά και η Χίος, ανέλαβαν ρόλο αποφασιστικής σημασίας, κυρίως στη ναυτική διάσταση του αγώνα.
Ακόμη και σε περιοχές που δεν κατάφεραν να διατηρήσουν για πολύ την επαναστατική φλόγα, όπως η Μακεδονία, η Χίος και η Κρήτη, οι εξεγέρσεις υπήρξαν σημαντικές, προσφέροντας χρόνο και αποδυναμώνοντας τον τουρκικό στρατό.
Μέσα σε συνθήκες χάους και συνεχών μαχών, οι επαναστάτες κατανόησαν πως η ελευθερία δεν μπορούσε να κατακτηθεί μόνο με τα όπλα, αλλά απαιτούσε και πολιτική οργάνωση. Ήδη από το φθινόπωρο του 1821, έγιναν τοπικές συνελεύσεις, όπου εκπρόσωποι από κάθε περιοχή συγκεντρώνονταν για να συντονίσουν τη δράση τους.
Η πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, που συνεκλήθη το Δεκέμβριο του 1821 και ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 1822, αποτέλεσε ιστορική καμπή: εκεί διακηρύχθηκε επίσημα η ανεξαρτησία του ελληνικού έθνους, ψηφίστηκε το πρώτο προσωρινό Σύνταγμα και ορίστηκε προσωρινή κεντρική διοίκηση. Ήταν η πρώτη φορά που οι Έλληνες, μετά από αιώνες, συγκροτούσαν πολιτική εξουσία δική τους.
Παρά τις δυσκολίες και την έλλειψη εμπειρίας, η δημιουργία αυτών των θεσμών αποδεικνύει ότι η επανάσταση δεν ήταν απλώς εξέγερση, αλλά κίνημα για την ίδρυση κράτους.
Ένα έθνος σε αναζήτηση ταυτότητας
Η επανάσταση δεν υπήρξε μόνο πολεμική πράξη. Ήταν και μια βαθιά διαδικασία διαμόρφωσης εθνικής ταυτότητας. Οι Έλληνες, που για αιώνες ορίζονταν ως “Ρωμιοί”, δηλαδή χριστιανοί υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναζητούσαν πια έναν νέο όρο για να προσδιορίσουν τον εαυτό τους: πολίτες ενός ελεύθερου ελληνικού κράτους, συνεχιστές της αρχαίας και της βυζαντινής κληρονομιάς.
Η γλώσσα, η παιδεία, η θρησκεία και η ιστορική μνήμη έγιναν τα θεμέλια της νέας εθνικής συνείδησης. Ταυτόχρονα, η ανάγκη για ανεξαρτησία, κοινωνική δικαιοσύνη και πολιτική ελευθερία, έδωσαν στον αγώνα έναν χαρακτήρα όχι μόνο εθνικό, αλλά και ανθρωπιστικό και φιλελεύθερο, συνδέοντάς τον με τα μεγάλα επαναστατικά κινήματα της εποχής στην Ευρώπη και την Αμερική.
Οι Ευρωπαίοι παρακολουθούν
Η ελληνική Επανάσταση από τα πρώτα της βήματα τραβά το βλέμμα της Ευρώπης. Αρχικά αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, κυρίως από τις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων που επιθυμούσαν σταθερότητα μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους. Όμως, η επιμονή των Ελλήνων, οι ηρωικές μάχες και οι θυσίες, σε συνδυασμό με τις πράξεις βαρβαρότητας των Οθωμανών (όπως η σφαγή της Χίου), αρχίζουν να συγκινούν τη φιλελεύθερη κοινή γνώμη της Δύσης.
Έτσι γεννιέται το κύμα του φιλελληνισμού, ένα παγκόσμιο κίνημα υποστήριξης του ελληνικού αγώνα, το οποίο θα αποβεί καθοριστικό για τη διεθνή πορεία της Επανάστασης.
Η αμετάκλητη απόφαση: Λευτεριά ή Θάνατος
Από το 1821 και μετά, η επανάσταση δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Οι Έλληνες είχαν πάρει την ιστορική απόφαση: να πεθάνουν ελεύθεροι παρά να ζήσουν σκλάβοι. Η φράση “Ελευθερία ή Θάνατος”, που κοσμούσε τις σημαίες των επαναστατών, δεν ήταν απλώς σύνθημα – ήταν η καρδιά του αγώνα.
Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τότε το μέλλον. Δεν υπήρχαν εγγυήσεις επιτυχίας, ούτε βεβαιότητα για διεθνή υποστήριξη. Υπήρχε όμως θέληση, πίστη, θάρρος και το βάρος της ιστορίας που καλούσε σε δράση.
Η επανάσταση είχε πια ξεσπάσει. Και μαζί της, γεννήθηκε το νέο ελληνικό έθνος.
Η θρησκευτική διάσταση: Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και ο ιερός χαρακτήρας της Επανάστασης
Η 25η Μαρτίου φέρει μια διπλή σημασία: εθνική και θρησκευτική. Είναι η ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ανήγγειλε στην Παρθένο Μαρία ότι θα φέρει στον κόσμο τον Υιό του Θεού – ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του χριστιανικού δόγματος. Η γιορτή αυτή, γνωστή ως Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, εορτάζεται με λαμπρότητα από την Ορθόδοξη Εκκλησία και έχει έντονο συμβολισμό ελπίδας, αναγέννησης και σωτηρίας.
Ακριβώς αυτή η έννοια της σωτηρίας και της ελπίδας αποτέλεσε το ιδανικό υπόβαθρο για να συνδεθεί η συγκεκριμένη ημερομηνία με τον εθνικό αγώνα. Η Εκκλησία, που είχε κρατήσει ζωντανή τη γλώσσα, την πίστη και την παράδοση στα χρόνια της σκλαβιάς, βρισκόταν στο πλευρό του λαού, και συχνά αποτελούσε το πνευματικό του καταφύγιο.
Ο ρόλος της Εκκλησίας στην Τουρκοκρατία
Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας, η Εκκλησία αποτέλεσε βασικό θεσμό διατήρησης της ελληνικής ταυτότητας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η εκκλησιαστική ιεραρχία είχαν επίσημο ρόλο στη διοίκηση των χριστιανικών πληθυσμών. Πολλοί ιεράρχες εργάστηκαν υπόγεια και οργανωμένα υπέρ του Έθνους, είτε μέσω της διατήρησης σχολείων και γλωσσικής καλλιέργειας, είτε μέσω της υποστήριξης των επαναστατικών προσπαθειών.
Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες από τους ιστορικούς για το πόσο ενεργή ήταν η Εκκλησία στην έναρξη της Επανάστασης, το βέβαιο είναι ότι πολλοί κληρικοί πήραν μέρος στον Αγώνα: άλλοι ως πολεμιστές και άλλοι ως ηθικοί καθοδηγητές. Συμβολική είναι η φιγούρα του Παλαιών Πατρών Γερμανού, που σύμφωνα με την παράδοση ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821.
Ο συμβολισμός του Ευαγγελισμού
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, δηλαδή η χαρμόσυνη αναγγελία της σωτηρίας, αποτέλεσε μια ιδανική ημερομηνία για να ταυτιστεί με την εθνική αφύπνιση. Όπως η Παρθένος Μαρία δέχτηκε το μήνυμα της λύτρωσης του κόσμου, έτσι και ο υπόδουλος ελληνισμός αναγγέλλει την ανάσταση του έθνους και την αποτίναξη των τεσσάρων αιώνων σκλαβιάς.
Η σύμπτωση των δύο αυτών γεγονότων ενίσχυσε την πνευματική και ηθική διάσταση της Επανάστασης, δίνοντάς της έναν ιερό χαρακτήρα. Δεν ήταν απλώς μια πολιτική πράξη ή μια στρατιωτική εξέγερση. Ήταν ένα ηθικό καθήκον απέναντι στην Ιστορία, την Πίστη και τον Πολιτισμό.
Πίστη και ελευθερία: Δύο αχώριστες έννοιες
Για τους αγωνιστές του 1821, η πίστη στον Θεό και η αγάπη για την πατρίδα δεν ήταν ξεχωριστές αξίες. Ήταν συμπληρωματικές. Η ελευθερία δεν νοούνταν χωρίς πίστη και η πίστη απαιτούσε την υπεράσπιση του έθνους. Η φράση “Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος”, που έγραψε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στην προκήρυξή του, αποτελεί την πεμπτουσία της εθνικής ιδεολογίας εκείνης της εποχής.
Ακόμα και οι σημαίες των επαναστατών έφεραν θρησκευτικά σύμβολα: σταυρούς, εικόνες της Παναγίας, φράσεις όπως «Ιησούς Χριστός νικά» ή «Με την βοήθεια του Θεού». Η Παναγία θεωρούνταν προστάτιδα του Αγώνα, και οι αγωνιστές ζητούσαν την ευλογία της πριν από κάθε μάχη.
στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων, η 25η Μαρτίου δεν είναι απλώς «μία από τις πολλές εθνικές γιορτές». Είναι η πιο ιερή στιγμή της ιστορικής μας ταυτότητας
Η καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως επίσημη εθνική επέτειος έγινε ακριβώς επειδή ενώνει το θρησκευτικό με το εθνικό συναίσθημα. Πρόκειται για μια ημέρα ευλογημένη, συμβολική και ιερή. Είναι ημέρα κατάνυξης, εθνικής υπερηφάνειας, αλλά και ενδοσκόπησης. Στις εκκλησίες τελείται η λειτουργία του Ευαγγελισμού, ενώ σε όλη τη χώρα ακολουθούν παρελάσεις, δοξολογίες και εορταστικές εκδηλώσεις.
Ακόμη και στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων, η 25η Μαρτίου δεν είναι απλώς «μία από τις πολλές εθνικές γιορτές». Είναι η πιο ιερή στιγμή της ιστορικής μας ταυτότητας, γιατί συμβολίζει ταυτόχρονα:
- Την αναγέννηση του έθνους
- Την πίστη στον Θεό
- Την ενότητα του λαού
- Την αποφασιστικότητα απέναντι στον δυνάστη
- Την προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος
Τι δεν πρέπει να ξεχνάμε
Η ημέρα αυτή, μας καλεί όχι μόνο να θυμόμαστε, αλλά και να τιμούμε. Υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε:
- Ότι η ελευθερία κατακτήθηκε με αίμα και δεν είναι αυτονόητη.
- Ότι η διχόνοια υπήρξε ο χειρότερος εχθρός του έθνους, ακόμα πιο επικίνδυνη από τον ξένο δυνάστη.
- Ότι η πίστη σε ανώτερα ιδανικά μπορεί να δώσει δύναμη σε έναν λαό να υπερβεί τις δυνάμεις του.
- Ότι η ιστορική μνήμη δεν είναι βάρος, αλλά πυξίδα ευθύνης.
- Ότι η Ελλάδα δεν χτίστηκε σε μια μέρα και δεν τελειώνει σε κανένα σύνορο, γιατί είναι πολιτισμός, φλόγα και ιδέα.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης τους ανώνυμους ήρωες. Τους χιλιάδες απλούς ανθρώπους που δεν έγραψαν ιστορία με το όνομά τους, αλλά με τις πράξεις τους. Τους αγωνιστές που δεν ζήτησαν ανταμοιβή, αλλά πολέμησαν για να ζήσουν ελεύθερα τα παιδιά τους.
Τιμάται κάθε χρόνο σε ολόκληρη την Ελλάδα και την ελληνική διασπορά με δοξολογίες, μαθητικές και στρατιωτικές παρελάσεις, καταθέσεις στεφάνων, σχολικές γιορτές, ιστορικές ομιλίες και αναπαραστάσεις. Η ημέρα συνδυάζει τον σεβασμό στο παρελθόν με την υπερηφάνεια για το παρόν και την ελπίδα για το μέλλον.
Η παρέλαση στην Αθήνα ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας, η ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου, οι σημαίες που κυματίζουν στα μπαλκόνια, τα τραγούδια και τα ποιήματα των μαθητών συνθέτουν μια γιορτή βαθιάς εθνικής συγκίνησης.
Στην ελληνική επαρχία, η ημέρα βιώνεται πιο συλλογικά, πιο ζωντανά, πιο αυθεντικά. Οι τοπικές κοινωνίες τιμούν τους ήρωές τους και οι εκκλησίες γεμίζουν από κόσμο που ανάβει κερί για εκείνους που έπεσαν για να ζήσουμε εμείς ελεύθεροι.
Η γιορτή αυτή ενώνει τις γενιές. Για τους μεγαλύτερους, είναι ανάμνηση και υπερηφάνεια. Για τους νέους, είναι μάθημα, παρακαταθήκη και πρόκληση.
Η 25η Μαρτίου δεν είναι απλώς ημερομηνία. Είναι σύμβολο, είναι ταυτότητα, είναι ιστορική υπόσχεση. Μια υπόσχεση που έδωσαν οι πρόγονοί μας με το αίμα τους: ότι η Ελλάδα, όσα κι αν περάσει, θα παραμένει όρθια, ελεύθερη και υπερήφανη.
Η Επανάσταση του 1821 είναι μια ιστορία ηρωισμού, ελπίδας, αλλά και σκληρών διδαγμάτων. Μας δείχνει ότι τίποτα δεν κατακτάται χωρίς θυσίες, αλλά και ότι ο λαός που γνωρίζει την Ιστορία του, μπορεί να υπερασπιστεί το μέλλον του.
Ας σκύψουμε με σεβασμό μπροστά σε εκείνους που θυσιάστηκαν για να ζούμε εμείς ελεύθεροι. Ας μεταδώσουμε στις επόμενες γενιές όχι μόνο το τι έγινε, αλλά γιατί έγινε, και γιατί δεν πρέπει ποτέ να το ξεχάσουμε.
Γιατί η ελευθερία είναι ευλογία – και ευθύνη.
Και γιατί κάθε 25η Μαρτίου, το έθνος ανανεώνει τον όρκο του:
“Ελευθερία ή Θάνατος.”