Η ενδοοικογενειακή βία είναι μια διαρκής απειλή για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο που υπερβαίνει γεωγραφικά, πολιτισμικά και κοινωνικοοικονομικά σύνορα, επηρεάζοντας εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο. Ως κοινωνικό ζήτημα, διαπερνά την καθημερινότητα των οικογενειών και των κοινοτήτων, αφήνοντας βαθιές πληγές τόσο στα θύματα όσο και στον κοινωνικό ιστό.
Δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα ή πολιτισμούς. Εμφανίζεται σε χώρες με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, από τις φτωχότερες κοινότητες έως τα πιο προηγμένα κράτη. Πρόκειται για μια πολυδιάστατη μορφή κακοποίησης που περιλαμβάνει φυσική, ψυχολογική, σεξουαλική, οικονομική και κοινωνική βία, καταστρέφοντας τη συνοχή της οικογένειας και δημιουργώντας έναν κύκλο φόβου και καταπίεσης. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι απλώς ένα προσωπικό πρόβλημα μεταξύ δύο ανθρώπων. Αντίθετα, αποτελεί κοινωνική κρίση όπου οι πατριαρχικές αντιλήψεις διαιωνίζουν την ανισότητα των φύλων. Οι γυναίκες συχνά αντιμετωπίζονται ως ιδιοκτησία ή υποδεέστερα μέλη της οικογένειας, γεγονός που ενισχύει τη δικαιολογία της βίας ως μέσου ελέγχου. Παράλληλα, κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες, όπως η φτώχεια και η ανεργία, αυξάνουν τα επίπεδα στρες και εντείνουν τις συγκρούσεις στο οικογενειακό περιβάλλον. Η πολιτισμική επιρροή είναι επίσης καθοριστική. Σε κάποιες κοινωνίες, η βία θεωρείται φυσιολογική ή ακόμα και αναγκαία για τη διατήρηση της οικογενειακής πειθαρχίας. Τα άτομα που έχουν υποστεί βία στην παιδική τους ηλικία είναι πιθανότερο να επαναλάβουν το ίδιο μοτίβο στις δικές τους σχέσεις, ενώ οι εθισμοί, όπως το αλκοόλ και οι ναρκωτικές ουσίες, συχνά λειτουργούν ως καταλύτες για τη βίαιη συμπεριφορά.
οι σχέσεις συντηρούνται από έναν συνδυασμό ψυχολογικής χειραγώγησης, κοινωνικής απομόνωσης και οικονομικής εξάρτησης
Η ενδοοικογενειακή βία περιλαμβάνει διάφορες μορφές κακοποίησης, που πολλές φορές δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές. Η φυσική βία είναι η πιο ορατή, με τα θύματα να βιώνουν τραυματισμούς, ξυλοδαρμούς ή άλλες μορφές σωματικής κακοποίησης. Ωστόσο, η ψυχολογική βία είναι εξίσου επιζήμια. Υποτιμητικές παρατηρήσεις, λεκτική κακοποίηση και συναισθηματική απομόνωση δημιουργούν έναν αόρατο κλοιό που φυλακίζει τα θύματα σε σχέσεις φόβου. Η σεξουαλική βία αποτελεί μια άλλη, ιδιαίτερα τραυματική διάσταση, όπου τα θύματα εξαναγκάζονται σε σεξουαλικές πράξεις χωρίς συναίνεση, ακόμα και μέσα στον γάμο. Επιπλέον, η οικονομική βία στερεί από τα θύματα την οικονομική αυτονομία, ενώ η κοινωνική βία περιορίζει την πρόσβασή τους σε φίλους και οικογένεια, καθιστώντας τα πιο ευάλωτα στην κακοποίηση. Τα θύματα αυτά, είτε είναι γυναίκες, άνδρες, παιδιά ή ηλικιωμένοι, συχνά βρίσκονται παγιδευμένα σε σχέσεις εξάρτησης και φόβου. Αυτές οι σχέσεις συντηρούνται από έναν συνδυασμό ψυχολογικής χειραγώγησης, κοινωνικής απομόνωσης και οικονομικής εξάρτησης, κάνοντας την απόδραση εξαιρετικά δύσκολη. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι στατιστικές είναι αποκαλυπτικές της κλίμακας του προβλήματος. Ένας στους τρεις ανθρώπους, κυρίως γυναίκες και παιδιά, βιώνει τουλάχιστον μία μορφή ενδοοικογενειακής βίας κατά τη διάρκεια της ζωής του. Αυτά τα στοιχεία υπογραμμίζουν τη σοβαρότητα της κατάστασης και την επείγουσα ανάγκη για συλλογική δράση.
Η έκταση του φαινομένου είναι ανησυχητική. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, μία στις τρεις γυναίκες παγκοσμίως έχει υποστεί φυσική ή σεξουαλική βία από τον σύντροφό της. Τα παιδιά, από την άλλη, αποτελούν τους σιωπηλούς μάρτυρες ή θύματα της ενδοοικογενειακής βίας. Η UNICEF εκτιμά ότι το ένα τρίτο των παιδιών σε όλο τον κόσμο βιώνει σωματική ή ψυχολογική βία στο σπίτι. Η ενδοοικογενειακή βία έχει επίσης σοβαρές οικονομικές συνέπειες. Εκτιμάται ότι το ετήσιο κόστος της παγκοσμίως αγγίζει τα 5,2 τρισεκατομμύρια δολάρια, συμπεριλαμβάνοντας ιατρικά έξοδα, νομικές διαδικασίες και απώλειες παραγωγικότητας. Το υψηλό αυτό κόστος επιβαρύνει όχι μόνο τα θύματα αλλά και τις εθνικές οικονομίες.
Κάθε μικρή προσπάθεια, κάθε φωνή που σπάει τη σιωπή, κάθε πράξη συμπαράστασης φέρνει την κοινωνία μας ένα βήμα πιο κοντά στην εξάλειψη της βίας.
Η καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας απαιτεί συντονισμένη δράση σε πολλά επίπεδα. Σε νομοθετικό επίπεδο, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις οφείλουν να ενισχύουν τα προγράμματα υποστήριξης θυμάτων, παρέχοντας γραμμές βοήθειας, ψυχολογική υποστήριξη και καταφύγια. Η εκπαίδευση διαδραματίζει επίσης καθοριστικό ρόλο. Η ευαισθητοποίηση γύρω από την ισότητα των φύλων και τα δικαιώματα των ατόμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση της βίας. Εκστρατείες ενημέρωσης, όπως το “Orange the World” του ΟΗΕ, φέρνουν στο προσκήνιο την ανάγκη για δράση.

Δεν είναι απλώς ένα οικογενειακό ζήτημα. Είναι μια παγκόσμια κρίση που υπονομεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Τα στατιστικά στοιχεία σοκάρουν: εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως γυναίκες και παιδιά, ζουν καθημερινά μέσα στον φόβο, την απόγνωση και την κακοποίηση. Κάθε περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας αφήνει πίσω του τραύματα που δεν επουλώνονται εύκολα—ούτε για τα θύματα, ούτε για την κοινωνία. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι ανίκητο. Κάθε μικρή προσπάθεια, κάθε φωνή που σπάει τη σιωπή, κάθε πράξη συμπαράστασης φέρνει την κοινωνία μας ένα βήμα πιο κοντά στην εξάλειψη της βίας. Ο ρόλος της εκπαίδευσης είναι ζωτικός: η καλλιέργεια αξιών όπως ο σεβασμός, η ισότητα και η ενσυναίσθηση μπορεί να δημιουργήσει μια νέα γενιά που δεν θα ανεχθεί τη βία.
Η κοινωνία μας πρέπει να σταθεί δίπλα στα θύματα, προσφέροντας στήριξη, καταφύγιο και ελπίδα. Η σιωπή είναι ο μεγαλύτερος σύμμαχος του θύτη. Γι’ αυτό, πρέπει να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους να μιλούν, να ζητούν βοήθεια και να διεκδικούν τη δικαιοσύνη που τους αξίζει.
Το μήνυμα είναι σαφές: η ενδοοικογενειακή βία δεν έχει καμία θέση στον κόσμο μας. Όλοι έχουμε έναν ρόλο να παίξουμε—ως άτομα, ως κοινότητες, ως κοινωνίες. Η αλλαγή αρχίζει από εμάς. Μαζί, μπορούμε να χτίσουμε έναν κόσμο όπου η ασφάλεια και η αγάπη θα είναι οι μόνες σταθερές μέσα σε κάθε σπίτι.